Silk, Kat Martin - Το Δώρο Της Θάλασσας

Description
.

Please download to get full document.

View again

of 229
All materials on our website are shared by users. If you have any questions about copyright issues, please report us to resolve them. We are always happy to assist you.
Information
Category:

Documents

Publish on:

Views: 4 | Pages: 229

Extension: PDF | Download: 0

Share
Transcript
  Τίτλος πρωτοτύπου: SultryCopyright © 2000 by Mary Lynn Baxter © 2009 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίαςμε τη Harlequin Enterprises II B.V. / S.à.r.l.ISBN 978-960-620-193-6Μετάφραση: Βάκυ ΤόμπρουΕπιμέλεια: Στέλλα ΔαπέργολαΔιόρθωση: Ρήγας ΚαραλήςΣχεδιασμός εξωφύλλου: Άγγελος ΑναστασιάδηςΑπαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή  wWw.GreekLeech.info  του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς την άδεια του εκδότη. Όλοι οι χαρακτήρεςείναι φανταστικοί. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, που ζουν ή έχουν πεθάνει, είνακαθαρά συμπτωματική.SILK – ΤΕΥΧΟΣ 44ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα, Τηλ. 210 3610 218  Ευχαριστίες  Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη φίλη μου δόκτορα Λόρα Χορν,που με βοήθησε αφάνταστα με τις ιατρικές γνώσεις της. 1 ονδίνο, 1805 Η ώρα της προκαθορισμένης συνάντησης πλησίαζε.Η αγωνία έκανε την καρδιά της Γκρέις να χτυπά δυνατά και το χέρι της να τρέμει καθώς έμπαινεστην κρεβατοκάμαρά της και έκλεινε αθόρυβα την πόρτα. Η μουσική που έπαιζε το κουαρτέτοακουγόταν αμυδρά ως εκεί από το σαλόνι του ισογείου. Η γιορτή, μια επίσημη δεξίωση που είχεκοστίσει μια μικρή περιουσία, ήταν μια ακόμα απόπειρα της μητέρας της να την παντρολογήσει μεκάποιον ηλικιωμένο αριστοκράτη. Η Γκρέις είχε μείνει όσο ήταν απαραίτητο δίχως να φανεί αγενής,είχε πλήξει αφόρητα κουβεντιάζοντας με τους προσκεκλημένους της μητέρας της κι έπειτα είχεεπικαλεστεί πονοκέφαλο και είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Εκείνο το βράδυ είχε να φέρει σεπέρας μια κατεπείγουσα αποστολή. Έξω από το παράθυρο, ο χειμωνιάτικος αέρας χτυπούσε τα γυμνά κλαριά πάνω στο περβάζικαθώς έβγαζε τα μακριά λευκά γάντια της. Οι παλάμες της ήταν ιδρωμένες και η αβεβαιότητκουλουριαζόταν στο στομάχι της σαν φίδι, αλλά η απόφασή της ήταν αταλάντευτη και δε θα έκανε  τώρα πίσω.Πλησιάζοντας βιαστικά στο κουδούνι, πέταξε τα λεπτά γοβάκια από τα πόδια της καθώςπροχωρούσε, κάλεσε την καμαριέρα της και ξεκούμπωσε το περιδέραιο με τα διαμάντια και τμαργαριτάρια που στόλιζε το λαιμό της. Το χέρι της έμεινε για λίγο εκεί, ψηλαφίζοντας τη λείαεπιφάνεια των μαργαριταριών και τις έδρες των διαμαντιών που τα χώριζαν.Το περιδέραιο ήταν δώρο της καλύτερης φίλης της, της Βικτόρια Ίστον, κόμισσας του Μπραντ,και η Γκρέις το λάτρευε. Ήταν το μόνο από τα υπάρχοντά της που είχε πραγματική αξία.«Με καλέσατε, δεσποινίς;» Η καμαριέρα της, η Φοίβη Μπλουμ, μολονότι έξι χρόνια μεγαλύτερήτης, ήταν λιγάκι επιπόλαιη μερικές φορές, είχε όμως χρυσή καρδιά. Έχωσε το μαυρομάλλικο κεφάλ της στην πόρτα κι έπειτα μπήκε στο δωμάτιο.«Χρειάζομαι λίγη βοήθεια, Φοίβη, αν έχεις την καλοσύνη».«Αμέσως, δεσποινίς».Δεν της πήρε πολλή ώρα να βγάλει την τουαλέτα της. Η Γκρέις χαμογέλασε νευρικά στη Φοίβη,φόρεσε την καπιτονέ ρόμπα της και έδωσε στην κοπέλα άδεια να αποσυρθεί για το υπόλοιπο τηςβραδιάς. Κάτω η μουσική συνέχιζε να παίζει. Η Γκρέις προσευχήθηκε να ολοκληρώσει τηναποστολή της και να επιστρέψει στο σπίτι πριν αντιληφθεί κανείς ότι έλειπε.Αμέσως μόλις η Φοίβη έκλεισε την πόρτα, η Γκρέις πέταξε στην άκρη τη ρόμπα της και φόρεσεβιαστικά ένα απλό, γκρίζο μάλλινο φόρεμα. Έσβησε το λυχνάρι με το λίπος φάλαινας που έκαιγεπάνω στην τουαλέτα της, καθώς και το άλλο που ήταν στο κομοδίνο της, και αμέσως το δωμάτιοσκοτείνιασε. Παραχώνοντας ένα μαξιλάρι κάτω από τα σκεπάσματα για να δημιουργήσει τηνεντύπωση ότι κοιμόταν αν έμπαινε η μητέρα της για να κοιτάξει, άρπαξε την κάπα της και την έριξεστους ώμους της.Καθώς πήγαινε προς την πόρτα, έπιασε το τσαντάκι της, που έσφιγγε με κορδόνι. Ήταν βαρύ γιατίπεριείχε το πουγκί με τα χρήματα που της είχε στείλει η ηλικιωμένη θεία της, η Ματίλντα Κρένσο,βαρόνη Χάμφρεϊ, μαζί με ένα εισιτήριο για το ποστάλι που σαλπάριζε για το βορρά, στο τέλος τηςεβδομάδας.Σηκώνοντας την κουκούλα της κάπας της για να κρύψει τα καστανοκόκκινα μαλλιά της, έριξε μιματιά στο διάδρομο για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν κανείς κι έπειτα κατέβηκε από τη σκάλ  υπηρεσίας και βγήκε από το σπίτι μέσω μιας πόρτας που οδηγούσε στον κήπο.Μέχρι να φτάσει στην Μπρουκ Στρητ, να σταματήσει μια αγοραία άμαξα και να καθίσει στη θέσητων επιβατών, η καρδιά της βροντοχτυπούσε και τα νεύρα της ήταν τεντωμένα.«Στην ταβέρνα Ο Λαγός και η Αλεπού, σας παρακαλώ», είπε στον αμαξά, ελπίζοντας πως οάνθρωπος δε θα άκουγε το τρέμουλο στη φωνή της.«Εκείνη στο Κόβεντ Γκάρντεν εννοείτε, δεσποινίς;»«Ακριβώς». Ήταν μια μικρή, απόμερη ταβέρνα και την είχε επιλέξει ο άνθρωπος τις υπηρεσίες τουοποίου σκόπευε να αγοράσει. Είχε αποσπάσει το όνομά του από τον αμαξά της έναντι λίγων χρυσώνλιρών, δίχως να του αποκαλύψει τι τον ήθελε.Της φάνηκε πως πέρασαν ώρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμό της. Η άμαξα διέσχιζε τουςσκοτεινούς λονδρέζικους δρόμους με τους ξύλινους τροχούς της να τρίζουν πάνω στις πλάκες, αλλάτελικά η ταμπέλα με την επιγραφή «Ο Λαγός και η Αλεπού» φάνηκε μπροστά της.«Θα ήθελα να περιμένετε», είπε στον αμαξά, βάζοντάς του μερικά νομίσματα στη χούφτα. «Δε θα  μείνω για πολύ μέσα».Ο αμαξάς, ένας ηλικιωμένος άντρας που το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του κρυβόταν κάτωαπό μια πυκνή γκρίζα γενειάδα, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το καλό που σου θέλω».Καθώς προχωρούσε προς το πίσω μέρος της ταβέρνας, όπως της είχαν πει να κάνει, η Γκρέιςπροσευχόταν να τον έβρισκε εκεί όταν θα επέστρεφε. Κρατώντας σφιχτά την κουκούλα στο κεφάλ της, άνοιξε την ξύλινη πόρτα και μπήκε στο μισοσκότεινο καπηλειό. Ήταν χαμηλοτάβανο καγεμάτο καπνούς, με χοντρά δοκάρια στην οροφή και γδαρμένα ξύλινα τραπέζια. Η φωτιά έκαιγε στομαυρισμένο από την καπνιά τζάκι και μια παρέα άντρες με αγριωπά πρόσωπα καθόταν σε ένακοντινό τραπέζι. Στο βάθος της αίθουσας, ένας ψηλός, χοντροκόκαλος άντρας, με πλατύγυρηρεπούμπλικα και βαρύ πανωφόρι, καθόταν μόνος του σε ένα άλλο τραπέζι. Βλέποντάς τη να μπαίνει,σηκώθηκε και της έκανε νόημα να πλησιάσει.Η Γκρέις ξεροκατάπιε, πήρε μια βαθιά εισπνοή για να μαζέψει το κουράγιο της και προχώρησεπρος το μέρος του. Αγνοώντας τα περίεργα βλέμματα των θαμώνων της ταβέρνας, κάθισε στηνκαρέκλα με την ξύλινη πλάτη που της πρόσφερε εκείνος.«Έφερες τα λεφτά;» τη ρώτησε χωρίς περιστροφές.«Είσαι βέβαιος ότι θα καταφέρεις να κάνεις τη δουλειά;» είπε στο ίδιο ύφος η Γκρέις.Εκείνος τινάχτηκε σαν να τον είχε προσβάλει. «Όταν ο Τζακ Μούντι δίνει το λόγο του, μπορείς ναβασιστείς. Θα πάρεις αυτό που αγοράζεις».Το χέρι της Γκρέις έτρεμε καθώς έβγαζε το πουγκί από το τσαντάκι της και το έδινε στονάνθρωπο που λεγόταν Τζακ Μούντι. Εκείνος έριξε μια χούφτα χρυσές γκινέες στην παλάμη του καιένα μοχθηρό, λοξό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα λεπτά του χείλη.«Μέσα είναι όλα», είπε η Γκρέις, προσπαθώντας να μην ακούει τα χυδαία αστεία και το τραχύγέλιο των αντρών που κάθονταν στο διπλανό τραπέζι. Χαιρόταν που ασχολούνταν περισσότερο μετο ποτό τους και τις λάγνες κοπελιές της ταβέρνας που τους έκαναν συντροφιά. Η μυρωδιά τουλιπαρού αρνιού που ψηνόταν της έφερνε αναγούλα. Δεν είχε ξανακάνει τέτοιο πράγμα στη ζωή τηςκαι ευχόταν ολόψυχα να μη χρειαζόταν να το επαναλάβει.Ο Τζακ Μούντι μέτρησε τα νομίσματα και τα έριξε πάλι μέσα στο πουγκί. «Όλα είναι μέσα, όπωςτο είπες». Σηκώθηκε. Το πρόσωπό του μισοκρυβόταν κάτω από το γείσο του καπέλου του. «Τοσχέδιο έχει καταστρωθεί. Μόλις δώσω εντολή, θα μπει σε εφαρμογή. Αύριο το πρωί ο άνθρωπόςσου θα έχει φύγει από το Λονδίνο».«Ευχαριστώ».Ο Τζακ πέταξε το πουγκί στον αέρα, κάνοντας τα νομίσματα να κουδουνίσουν. «Αυτό είναι τομόνο ευχαριστώ που χρειάζομαι». Έδειξε με το κεφάλι του προς την πόρτα. «Καλύτερα ναπηγαίνεις. Όσο πιο πολύ αργείς, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις».Η Γκρέις δεν είπε τίποτα, απλώς σηκώθηκε από την καρέκλα και έριξε μια επιφυλακτική ματιπρος την πόρτα.«Και καλά θα κάνεις να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, κοπελιά. Όποιος μιλάει όταν δεν πρέπειδε ζει για πολύ». Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ποτέ δε θα ξεστόμιζε το όνομα του Τζακ Μούντι. Κουνώντας το κεφάλιτης με κατανόηση, τύλιξε την κάπα γύρω της και προχώρησε αμίλητη προς την πίσω πόρτα.Το δρομάκι ήταν σκοτεινό και μύριζε σαπισμένο ψάρι. Η λάσπη κολλούσε κάτω από τα μποτίνια
Related Search
We Need Your Support
Thank you for visiting our website and your interest in our free products and services. We are nonprofit website to share and download documents. To the running of this website, we need your help to support us.

Thanks to everyone for your continued support.

No, Thanks