Arlekin, Michelle Willingham - Σιωπηλός Χαϊλάντερ

Description
.

Please download to get full document.

View again

of 149
All materials on our website are shared by users. If you have any questions about copyright issues, please report us to resolve them. We are always happy to assist you.
Information
Category:

Documents

Publish on:

Views: 3 | Pages: 149

Extension: PDF | Download: 0

Share
Transcript
   wWw.GreekLeech.info  Τίτλος πρωτοτύπου:Tempted by the Highland Warrior© Michelle Willingham 2012. All rights reserved.© 2013 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕγια την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας μετη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l.ISSN 1108-4324Μετάφραση: Αντώνης Γιαννούλης Επιμέλεια: Βασιλική Αντωνοπούλου Διόρθωση: Ρήγας Καραλής  Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου,η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικόή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.ΚΛΑΣΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 307Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα.Made and printed in Greece.  Κεφάλαιο 1 κοτία, 1305 Ο ήχος της φωνής ενός άντρα που ούρλιαζε την έβγαλε από τον ύπνο της. Η Μαργκερίτ ντε Μονπιέρτινάχτηκε, κράτησε σφιχτά τη λεπτή κουβέρτα με την οποία σκεπαζόταν και κοίταξε την καμαριέρατης, την Τρινέτ.«Τι ήταν αυτό;»Η Τρινέτ κούνησε το κεφάλι με μάτια γεμάτα φόβο. «Δεν ξέρω. Όμως καλύτερα να μείνουμε εδώ,όπου είμαστε ασφαλείς».Η Μαργκερίτ πήγε στο παράθυρο του πύργου και κοίταξε έξω, τον σκοτεινό ουρανό, που τονφώτιζε μονάχα το φεγγάρι. Οι κραυγές του άντρα είχαν σωπάσει πλέον. Διαισθανόταν ήδη τσήμαινε αυτό.  Μείνε εδώ , πρόσταζε η λογική της.  Μην ανακατεύεσαι . Στο κάτω κάτω, τι θμπορούσε να κάνει; Τόσο ο πατέρας της όσο και ο λόρδος Κέρνρος θα γίνονταν έξαλλοι αν έβγαινεέξω μόνη. Όμως τι δικαίωμα είχε να μένει στην κάμαρά της αν κάποιος χρειαζόταν βοήθεια; Οφόβος δε θα έπρεπε να επισκιάζει την ανάγκη του ελέους.«Πάω να δω τι ήταν», είπε στην καμαριέρα της. «Εσύ μπορείς να μείνεις εδώ, αν θέλεις».«Κυρά μου, νον . Ο πατέρας σας δε θα το επέτρεπε». Όχι, δε θα το επέτρεπε. Η Μαργκερίτ ήταν σαν να άκουγε την επιτακτική φωνή του πατέρα της ντην προστάζει να παραμείνει στο κρεβάτι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ανέμενε στην κάμαρα, θα ήταν ασφαλής και κανείς δε θα θύμωνε μαζί της.Επίσης ίσως κάποιος να πέθαινε. Το θέμα δεν ήταν η υπακοή της· ήταν η προσπάθεια να σώσει μιαζωή. «Έχεις δίκιο. Ο δούκας δε θα μου επέτρεπε να φύγω. Όμως δεν είναι εδώ, σωστά;» είπεχαμηλόφωνα.Προσευχήθηκε να επέστρεφε ο πατέρας της το συντομότερο δυνατόν, γιατί, με κάθε ημέρα πουεκείνος έλειπε, η ζωή της έμοιαζε όλο και περισσότερο με εφιάλτη. Ο Γκι ντε Μονπιέρ, δούκας τουΑβινιουά, δεν ήξερε τι συνέβαινε εκεί, γιατί ο αρραβωνιαστικός της είχε συμπεριφερθεί με τημεγαλύτερη δυνατή ευγένεια στην οικογένειά της. Ο δούκας ήταν άνθρωπος που εκτιμούσε τπλούτη και το κύρος, και ο Ζιλμπέρ ντε Μπουσέ, κόμης του Κέρνρος, θα γινόταν ένας ισχυρόςΆγγλος σύμμαχος. Η μικρότερη κόρη μιας οικογένειας ευγενών δε θα μπορούσε να ελπίζει σεκαλύτερο γάμο. Ωστόσο, αν και ο κόμης φερόταν σ’ εκείνη έντιμα και με σεβασμό, η σκληρότητάτου την τρομοκρατούσε. Ήταν ένας άνθρωπος που πίστευε απόλυτα ότι οι Σκοτσέζοι ήτανπροορισμένοι να υπηρετούν. Είχε πιάσει αρκετούς αιχμαλώτους σε μάχες, κι εκείνη τουςπαρακολουθούσε να υψώνουν πέτρινα τείχη δουλεύοντας ατελείωτες ώρες.Η Τρινέτ αναρίγησε και χαμήλωσε το βλέμμα. «Δε θα θέλατε να εξοργίσετε το λόρδο Κέρνρος...»Η Μαργκερίτ δε διαφωνούσε σ’ αυτό. Όμως εκείνες οι φωνές του αιχμαλώτου δεν την άφηναν ναησυχάσει, η συνείδησή της επαναστατούσε. Είχε δει τους σκλάβους του Κέρνρος και ήταν  απελπιστικά αδύνατοι, με την απόγνωση χαραγμένη στα πρόσωπά τους. Δύο είχαν ήδη πεθάνει τονλίγο καιρό που βρισκόταν εκεί. Και οι κραυγές την έκαναν να υποπτεύεται ότι ακόμα ένας ήτανετοιμοθάνατος. «Δεν μπορώ να κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια», μουρμούρισε. Τότε δε θα ήτανκαλύτερη απ’ τον κόμη. Έβγαλε ένα εφαρμοστό φόρεμα με μακριά μανίκια, ένα κόκκινο πανωφόρι κι από πάνω ένανσκούρο μανδύα. Η καμαριέρα της αναστέναξε παραιτημένη και τη βοήθησε να ντυθεί, προτούετοιμαστεί κι εκείνη να την ακολουθήσει. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και παντού στους διαδρόμους και στη μεγάλη αίθουσα του κεντρικούξύλινου πύργου κοιμούνταν στρατιώτες. Η Μαργκερίτ, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και τηνκαρδιά της να τρέμει, περνούσε ανάμεσά τους. Ο πατέρας της είχε αφήσει μισή ντουζίνα δικούς τουάντρες να τη φρουρούν. Χωρίς αμφιβολία, θα τη σταματούσαν αν ξυπνούσαν.Βγήκε από τον ξύλινο πύργο και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό προαύλιο. Εκεί είδε από πούακούγονταν οι φωνές. Ένας νέος άντρας ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στο έδαφος. Αίμα κάλυπτετην πλάτη του και οι αστράγαλοί του ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Μακριά σκούρα μαλλιά έκρυβαν τοπρόσωπό του, έβλεπε όμως τους ώμους του να κινούνται. Ήταν ζωντανός... ακόμα.«Φέρε μου νερό και μερικά μαλακά λινά πανιά», ψιθύρισε στην καμαριέρα της. «Βιάσου». Δενήξερε ποιος ήταν ο άντρας, όμως δε θα έμενε αδιάφορη στο μαρτύριό του. Εκείνος είχε ανάγκη απόβοήθεια για να βγάλει τη νύχτα.Η Τρινέτ υπάκουσε και έφυγε. Η Μαργκερίτ προχώρησε επιφυλακτικά προς τον άντρα. Ότανέφτασε πλάι του, τον είδε να τρέμει, σαν να κρύωνε. Δεν ήθελε να τον τρομάξει, όμως του μίλησεψιθυριστά στα αγγλικά: «Θα μου επιτρέψεις να φροντίσω τις πληγές σου;»Τον είδε να γεμίζει ένταση, να στηρίζει τις παλάμες του στο έδαφος. Γύρισε αργά το κεφάλι. Τοχτυπημένο πρόσωπό του ήταν πρησμένο και μελανιασμένο. Όμως τα σκούρα μάτια του ήταν κενά,σαν να μην ένιωθε το παραμικρό. Γονάτισε δίπλα του και είδε ότι το αίμα του είχε αφήσει μικηλίδα στο έδαφος.«Είμαι η Μαργκερίτ ντε Μονπιέρ», του είπε στα γαελικά, με την ελπίδα ότι θα την καταλάβαινε.Παρ’ όλο που ήταν καλή στις γλώσσες και μάθαινε γαελικά όλη την προηγούμενη χρονιά,ανησυχούσε για το αν θα γινόταν κατανοητή. «Πώς σε λένε;»Ο άντρας την κοίταξε, αλλά δεν απάντησε. Η έκφρασή του μαρτυρούσε πόνο και το βλέμμα τουήταν δύσπιστο, σαν να μην καταλάβαινε γιατί εκείνη θα του έδειχνε οίκτο. Μια τούφα απ’ τα μαλλιάτου έπεφτε στα μάτια του κι η Μαργκερίτ άπλωσε το χέρι και την παραμέρισε. Ο σκοπός της ήταν ντον βοηθήσει να βλέπει καλύτερα, όμως, μόλις τον άγγιξε, εκείνος της έπιασε το χέρι. Ήτανπαγωμένος, αλλά κρατούσε το χέρι της προσεκτικά, σαν να ήταν κάτι εύθραυστο. Το απαλό τουάγγιγμα την ξάφνιασε. Έκανε ενστικτωδώς να αποτραβηχτεί, όμως κάτι τη σταμάτησε. Ανπαρέβλεπε τις πληγές του, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν δυναμικά, μαρτυρούσανάντρα ανθεκτικό, που είχε περάσει από την κόλαση και είχε επιβιώσει. Περίμενε να της μιλήσει,όμως εκείνος έμεινε σιωπηλός και της άφησε το χέρι. Αναρωτήθηκε αν ο λόρδος Κέρνρος είχεδιατάξει να του κόψουν τη γλώσσα. Χαμήλωσε το βλέμμα, γιατί φοβόταν να ρωτήσει. Όταν η Τρινέτ έφερε το ξύλινο δοχείο με το νερό και τα πανιά, η Μαργκερίτ πρόσεξε ότι οτραυματίας σφίχτηκε με δυσπιστία. «Στάσου λίγο πιο πέρα και πες μου αν δεις κανέναν νπλησιάζει», ψιθύρισε στην καμαριέρα.Βούτηξε το πρώτο πανί στο νερό και το έστυψε. Το ακούμπησε προσεκτικά στη ματωμένη πλάτητου αιχμαλώτου κι αμέσως ο άντρας τσιτώθηκε. «Συγχώρεσέ με. Δε θέλω να σου κάνω κακό».
Related Search
Similar documents
View more...
We Need Your Support
Thank you for visiting our website and your interest in our free products and services. We are nonprofit website to share and download documents. To the running of this website, we need your help to support us.

Thanks to everyone for your continued support.

No, Thanks